Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Στη μία απόλυση, η δεύτερη δώρο

Εναλλακτικός τίτλος του ποστ θα μπορούσε να ήταν και το "πρόσεχε τι εύχεσαι!" Ποτέ δεν πίστευα ότι πιάνουν οι ευχές. Ειδικά σε εορταστικές περιόδους, όλοι σου εύχονται τα καλύτερα, υγεία, ευτυχία και όλα αυτά τα όμορφα πράγματα που όλοι θα θέλαμε να αποκτήσουμε ή να διατηρήσουμε. Πόσοι όμως από εμάς πιστεύουν ότι οι εύχες μας πιάνουν τόπο; Ότι είναι χρήσιμες για κάτι παραπάνω από το να κινούμαστε στα πλαίσια μιας καθιερωμένης κοινωνικής συμπεριφοράς; Τέλος πάντων, δε θα σε πρήξω άλλο με τις αμπελοφιλοσοφίες μου. Ώρα για παραδείγματα!

Παράδειγμα Νο Ένα
Σάββατο μεσημεράκι, Καλλιδρομίου
- Αχ, τι ωραία που είναι να πίνεις τον καφέ σου στην Καλλιδρομίου το μεσημέρι... Μακάρι να μπουρούσαμε και καθημερινές πρωί να το κάνουμε αυτό... Να παίρνουμε το βιβλίο μας και να ερχόμαστε εδώ να διαβάζουμε και να βλέπουμε τον κόσμο έξω που περνάει...
- Ναι, ωραία θα ήτανε. Αλλά δεν το βλέπω να γίνεται...

ΜΠΙΙΙΙΙΙΙΙΠΠΠ!!!! Ε, τι;;;; Πού να το 'ξερα ότι μία εβδομάδα μετά θα μπορούσα να το κάνω και μάλιστα χωρίς να ζητήσω και άδεια από τη δουλειά μου.


Παράδειγμα Νο Δύο
Απάντηση φίλου σε μύνημα του υποφαινόμενου για "Καλή Χρονιά":
Ευχαριστώ πολύ. Εύχομαι να μεταναστεύσεις τώρα που μπορείς. Είναι η καλύτερη ευχή για το 2012.

ΜΠΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΠΠΠΠ!!!!! Ε, τι θες πάλι! Πού να το ξέρει ο άνθρωπος ότι το ενδεχόμενο αυτό πλησιάζει επικίνδυνα; Κι εγώ μια βδομάδα μετά το συνειδητοποίησα όταν ήρθε η απόλυση.


Προσέξτε τι εύχεστε, λοιπόν. Ίσως, κάπου, εκεί πάνω (;;), εκεί κάτω (;;), κάπου τέλος πάντων, κάποιος έχει στήσει αυτί και μας ακούει!


Τον τίτλο δεν θα τον εξηγήσω εδώ. Είναι μόνο για τους μυημένους....



Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Deadlines


Δεν ξερω τι ρόλο παίζουν τα deadlines στη ζωη σας, αλλά στη δική μου ζωή μάλλον είναι αρκετα σημαντικά. Είναι και θέμα χαρακτήρα, θα μου πείτε...
Η αίσθηση που έχουμε για το χρόνο που περνά και για τις δυνατότητες που μας δίνονται να τον αξιοποιήσουμε διαφέρει πολύ από άτομο σε άτομο. Το ερώτημα που τίθεται είναι: τι θέση δίνουμε στο χρόνο και πώς αυτός μας επηρεάζει.

Το βασικότερο είναι να αποφασίσεις τι είναι το πιο σημαντικό τελικά: αυτό που θα κάνεις μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρόνο ή η οριοθέτηση του χρόνου αυτού; Στη δεύτερη περίπτωση που ενδιαφέρει και το συγκεκριμένο ποστ, προφανώς ανήκεις στην κατηγορία "και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο". Δεν είναι κάπως αλλαζωνικό να θέλουμε να φέρουμε το χρόνο στα μέτρα μας; Όταν έχεις να πας ένα ταξίδι, αυτό ίσως είναι θεμιτό. Και στο κάτω κάτω πληρώνεις κι ένα εισιτήριο, βρε αδερφέ. Αν προσπεράσουμε όμως την περίπτωση αυτή (και αντίστοιχες τέτοιες περιπτώσεις) και έρθουμε σε θέματα πιο προσωπικά, τότε εκεί τα πράγματα περιπλέκονται. Όταν έχεις να κάνεις με ανθρώπινες σχέσεις, δε μπορείς να απαιτήσεις χρονικά όρια, δεν μπορείς να περιορίσεις τον χρόνο, γιατί πολύ απλά ο χρόνος σαν παράμετρος πρέπει να θυσιάζεται στο "μαζί" και στη συναίνεση. Μπορείς μόνο να τον διαπραγματευτείς (αν μπορείς βέβαια).
Το "ζήσε το τώρα και ύστερα ανησυχείς για το μετά" έχει πολλούς οπαδούς. Ποιος όμως θα πληρώσει το τίμημα αν αυτό το "μετά" πέσει σαν κεραμίδα στο κεφάλι μας;
Αυτό είναι και το νόημα της φράσης, φυσικά. Ενέχει ένα ρίσκο το οποίο είναι απόλυτα δικαιολογημένο και το γνωρίζουν όλοι από την αρχή.
Ο χρόνος είναι για να τον ζούμε και να τον εκμεταλλευόμαστε θα ήθελα να πιστέψω. Τώρα, αν χρειάζεται να κάνουμε κι έναν αγώνα (μικρό ή μεγάλο), για να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε ότι όλα τα καλά μπορεί κάποτε να τελειώσουν ή ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά, τότε καλό είναι να γίνει κι αυτό. Είναι τελικά τόσο ανούσιο να κοιτάς το χρόνο και να διαμορφώνεις τη ζωή σου με βάση αυτόν... Η ζωή έχει πάντα τον τρόπο να ακυρώνει και τα πιο καλομελετημένα σχέδια, όσο κι αν προσπαθούμε να τα σκεφτόμαστε όλα από πριν...

Το πιο απολαυστικό με το χρόνο είναι μάλλον να τον μοιράζεσαι. Ακόμα κι αν ξέρεις ότι αυτός μετράει αντίστροφα, πού ξέρεις; Μπορεί το χρονόμετρο να μηδενιστεί και να αρχίσει πάλι να μετράει, αυτή τη φορά από το μηδέν προς το άπειρο. Καταλήγω να συμφωνήσω με τον φίλο μου, τον Μηδενικό... όλα οδηγούν στο μηδέν και όλα από κει ξεκινάνε...

...dejar pasar el tiempo...

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Κουίζ!

Ένα μικρό κουίζ, γιατί είναι και αργά:

Σε ποια περίσταση βγαίνουν στα παράθυρα ο Χρήστος Λούλης και διάφοροι Πακιστανοί-Ινδοί-Κινέζοι κλπ. και σου χαμογελούν χειροκροτώντας, χωρίς να διαμαρτύρονται καθόλου που περνάς κάτω από τα μπαλκόνια τους νυχτιάτικα και φωνάζεις-σφυράς-παίζεις μουσική;

Πολύ βοήθησα... Περιμένω απαντήσεις... Οι παρευρικόμενοι παρακαλώ να μην απαντήσουν! :)

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Η Ιστορία των Δύο (Τέταρτο μέρος-Δημοσθένης)

Στη μία ακριβώς είχε παρκάρει έξω από την πολυκατοικία του Πέτρου, ή του Νίκου, ή όπως αλλιώς τον έλεγαν τέλος πάντων… Δεν ήταν πια βέβαιος για το όνομα, δεν ήξερε πια τι να πιστέψει για τον άνθρωπο αυτό. Όλα στο μυαλό του γύριζαν γρήγορα, δεν το άντεχε άλλο αυτό το μπέρδεμα. Πήρε αγκαλιά το τιμόνι και έβαλε τα κλάματα σε μια προσπάθεια να εκτονώσει όλη την ένταση των τελευταίων ωρών. Σκουπίζοντας με το μανίκι και το τελευταίο του δάκρυ, ένιωσε το μυαλό του ξεπλυμένο και τη σκέψη του ανάλαφρη κι έτσι έμεινε να κοιτάζει για λίγα λεπτά το μπροστινό σταθμευμένο αυτοκίνητο, ίσα ίσα για να απασχολεί τη σκέψη του. Από μικρός, όταν ταξίδευε με τη μητέρα του τα καλοκαίρια, του άρεσε να παρατηρεί τις πινακίδες των άλλων αυτοκινήτων και να ανακαλύπτει την πόλη προέλευσής τους. Ήταν κάτι που τον έκανε να ξεχνιέται… Η ανάμνηση της μητέρας του τον ξύπνησε και τον έσπρωξε προς την είσοδο της πολυκατοικίας.

Στο ασανσέρ έφερε στο μυαλό του τον Πέτρο-Νίκο και εστίασε τη σκέψη του στα μάτια του για ακόμα μια φορά… Αυτά τα μεγάλα μαύρα μάτια τού είχαν κάνει φοβερή εντύπωση την πρώτη φορά που τον είχε συναντήσει και του το είχε κιόλας εξομολογηθεί. Με τον καιρό, η συνήθεια ανάγκασε αυτή την πρώτη εντύπωση να ξεθωριάσει, χωρίς όμως να την αποτρέψει να κάνει την εμφάνισή της μέσα στο ανεπαρκώς φωτισμένο ασανσέρ. Τώρα πια, όμως, ήξερε γιατί είχε εντυπωσιαστεί: αυτό το μαύρο βλέμμα το ήξερε από παλιά. Σίγουρα από παλιά…



- Επιτέλους, ήρθες! Άργησες... Σου είπα να έρθεις όσο πιο γρήγορα μπορείς!
- Τι συμβαίνει, ρε Πέτρο; Γιατί τέτοια βιασύνη;
- Πες μου, τι είπες στην αστυνομία;
- Πώς ξέρεις ότι μίλησα στους μπάτσους;
- Εσύ μου το είπες. Δεν θυμάσαι;
- Το μυαλό μου είναι κομμάτια αυτή τη στιγμή… Ούτε που θυμάμαι τι είπα και τι έκανα σήμερα…
- Πες μου!
- Για μισό λεπτό… δεν θα έπρεπε να ‘ναι αυτή η πρώτη σου ερώτηση, έτσι δεν είναι;
- Αλλά;
- Ξέρεις ποιος δολοφονήθηκε;
- Φυσικά και ξέρω… Ποτέ δεν χτυπάω στα τυφλά.
- Με τρομάζεις. Γιατί με κοιτάς έτσι;
- Τρομάζεις τόσο εύκολα, Φίλιππε; Δεν το περίμενα για να είμαι ειλικρινής.
- Τι εννοείς; Πες μου ποιος είσαι, πού να σε πάρει ο διάολος; Ποιος είσαι;
- Είμαι ο Πέτρος.
- Και το Νίκος που άκουσα στο τηλέφωνο τι είναι; Το χαϊδευτικό σου;
- Με κάνεις και γελάω. Το χιούμορ σου το εκτίμησα από την πρώτη στιγμή. Αυτό είχε εκτιμήσει και η Μαίρη όταν της την είχες πέσει. Το θυμάσαι πώς είχε συμβεί;
- Τι ξέρεις εσύ για τη Μαίρη, ρε;
- Να σου το θυμίσω εγώ.
- Πού την ξέρεις τη Μαίρη; Σε ρωτάω!
- Διπλανά έδρανα, εξετάσεις στο πρώτο έτος… Ποτέ δεν ήσουν καλός φοιτητής, Φίλιππε… Σωστά; Παίρνεις την κόλα της να αντιγράψεις και της την επιστρέφεις με το τηλεφωνάκι σου γραμμένο πάνω… στην τελευταία σελίδα… αν θυμάμαι καλά. Γι’ αυτό το τελευταίο δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Θυμάμαι, όμως, το μήνυμά σου. «Μπορεί να είμαι σκράπας στη Φυσική, αλλά ξέρω καλό τάβλι. Στις 2 στο καφέ στο ισόγειο».
Χειροκροτήματα.
- Μπράβο! Είσαι καλά πληροφορημένος. Ώστε γνωρίζεις τη Μαίρη. Μπορώ να μάθω από πού;
- Δεν νομίζω ότι είναι η ώρα.
- Μπα; Και πότε θα ‘ναι η ώρα δηλαδή;
- Πολλά ρωτάς.


Ο Πέτρος έδειχνε προβληματισμένος αλλά γρήγορα αποφάσισε τι έπρεπε να κάνει. Με μια γρήγορη κίνηση τράβηξε το όπλο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και πυροβόλησε. Χαμηλά… στα πόδια του. Η κραυγή που έβγαλε ο καημένος ο Φίλιππος ήταν το μόνο που ακούστηκε μες στην νεκρική σιγή της νύχτας.

- Κάτι που πρέπει να ξέρεις για το Νίκο είναι ότι δεν του αρέσουν οι πολλές ερωτήσεις.

Επέστρεψε το όπλο στην τσέπη του και ατάραχος τον πλησίασε και τον βοήθησε να σηκωθεί χωρίς να πτοείται από τις γεμάτες πόνο φωνές του που του έσκιζαν το τύμπανο. Το έμπειρο μάτι του κατάλαβε ότι το τραύμα στο μηρό του ήταν απλά επιφανειακό, τίποτα ανησυχητικό. Τον έσυρε μέχρι το διπλανό δωμάτιο, στην κρεβατοκάμαρα, και τον πέταξε στο πάτωμα. Το πρόσωπο του Φίλιππου συσπαζόταν από τον πόνο και τα χέρια του, με τις φλέβες πεταγμένες, έπιαναν τον αριστερό του μηρό και προσπαθούσαν να σταματήσουν την αιμορραγία. «Γιατί…;» φώναξε, αλλά για απάντηση πήρε μόνο το δυνατό θόρυβο από το κλείσιμο της πόρτας και τον ήχο του κλειδιού που περιστρεφόταν γρήγορα στην κλειδαριά που το υποδέχτηκε. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας δεν θύμιζε σε τίποτα αυτή που θυμόταν. Τώρα ήταν διαφορετική, έμοιαζε θωρακισμένη και αδιαπέραστη…
«Γιατί» κλαψούρισε σχεδόν.
«Σκάσε». Απαντήθηκε ξανά το ερώτημά του. Αυτή τη φορά από μια γνώριμη φωνή. Διαφορετική. Φωνή που ερχόταν κι αυτή απ’ τα παλιά.

Η Ιστορία των Δύο (Τρίτο μέρος-Ζερο Ποϊντ)

Στο διάδρομο του αστυνομικού τμήματος υπήρχε μια ανακατωσούρα. Βλέπεις δεν βρίσκουν κάθε μέρα ένα μαχαιρωμένο πτώμα ενός νεαρού στο χαντάκι ενός επαρχιακού δρόμου. Κάτι τέτοια γεγονότα είναι που δίνουν νόημα στην άχαρη ζωή της ξεχασμένης υπαίθρου. Ο Φίλιππος ήταν, όμως, τόσο βυθισμένος στις σκέψεις του που δεν μπορούσε να αντιληφθεί ούτε καν τον αστυνομικό που στεκόταν πεισματικά πάνω από το κεφάλι του και του έκανε επίμονα μια ερώτηση.

Ο Αποστόλης, η εφηβική του καύλα, διέγραψε με τρόπο καθοριστικό τη μετέπειτα πορεία της ζωής του. Αν κάθε άνθρωπος δημιουργεί σενάρια κατά τη παιδική και πρώιμη εφηβική του ηλικία, σενάρια που βασίζονται θεμελιακά πάνω στην οικογένεια και το ρόλο της, τότε ο Αποστόλης είχε μια κεντρική θέση στο κινηματογραφικό σχεδόν σενάριο του βίου του Φιλίππου. Οι άνθρωποι που ερωτεύονται βαριά μπορεί να είναι επί της ουσίας ανώριμοι, ανίκανοι να ελέγξουν τα ζωώδη τους ένστικτα, καθώς και τις ίδιες τους τις επιθυμίες, αλλά στη τελική ζούνε μεγάλες στιγμές. Εξάλλου ποιο αξιομνημόνευτο λογοτέχνημα εξήρε ποτέ τον αδιάφορο και κοινότυπο έρωτα; Μπορεί, βέβαια, να πει κανείς πως η θύμηση ενός ανεκπλήρωτου αισθήματος μας καταδιώκει πολλές φορές μέχρι και τα βαθιά γεράματα, είναι το μυστικό που μας συνοδεύει μέχρι τη τελευταία κουβέντα πάνω στο νεκροκρέβατο, μυστικό που σπανίως ομολογούμε ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό. Ο Φίλιππος, όμως, δεν άνηκε σε αυτή τη κατηγορία ανθρώπων. Είχε πάντοτε ξεκάθαρο το αίσθημα της ευθύνης, τουλάχιστον κατά μία επιφανειακή έννοια, παρότι ποτέ δεν είχε καταφέρει να εκμυστηρευτεί στη Μαίρη το μεγάλο του μυστικό. Είναι άσχημο να φέρεις ένα τέτοιο βάρος, τόσο πολύ που κάθε βράδυ η ταχυπαλμία γίνεται φίλος καρδιακός και ο κρύος ιδρώτας που σε λούζει σε κάνει να θες να μπεις κάτω από ένα ντους και να μη βγεις ποτέ.

Ο τοίχος απέναντι ήταν άβαφτος εδώ και πολύ καιρό. Μια μαύρη στάμπα είχε σχηματιστεί λίγο πάνω από το σοβατεπί, μάλλον από κάποιο στοιχείο του κοινού ποινικού δικαίου, δείγμα εμφανές ότι κάποιος χτύπαγε με αγωνία το πόδι του στον τοίχο. Τέτοια αγωνία είχε και ο Φίλιππος όταν σε εκείνες της εφηβικές διακοπές είδε για πρώτη φορά τον Αποστόλη γυμνό να πλένεται στη ντουζιέρα του φθηνού ενοικιαζόμενου στα Κύθηρα. Αψεγάδιαστο σώμα και ελαφριά τριχοφυΐα στο στέρνο, χέρια στιβαρά και γραμμωμένα μπράτσα από την ενασχόληση με το ακόντιο. Το γνώριζε πως ο τύπος τον είχε καταλάβει, και όσο και να μη το παραδεχόταν του άρεσε να προκαλεί ένα παιδαρέλι που ερεθιζόταν και μόνο στο άκουσμα της φωνής του. Το βλέμμα εκείνο όταν τον είδε να κοιτάει από τη πόρτα του μπάνιου σήμαινε πρωτίστως ότι είχε αντιληφθεί εμφανώς τη παρουσία του, τρίβοντας λίγο την εφηβική του περιοχή γύρισε πλάτη και συνέχισε να πλένεται με το κρύο νερό που είχε τσιτώσει το δέρμα του, κάνοντας κάθε μυ να διαγραφεί, όπως ακριβώς στα γυμνά χάλκινα αγάλματα της αρχαιότητας. Ο Φίλιππος χωρίς ανάσα να στέκεται να κοιτάζει, σε μια ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, που τα ερωτικά κύματα κατέκλυαν των πέντε τετραγωνικών μπάνιο, να περιμένει να ακούσει μια κουβέντα, ένα κάλεσμα.

«Είστε καλά;», φώναζε ο αστυνομικός και τον σκουντούσε επίμονα πλέον, αφού ο Φίλιππος φαινόταν χαμένος μέσα στις σκέψεις του. Ευτυχώς που το να βλέπεις ένα νεκρό άνθρωπο, πόσο μάλλον δε έναν μαχαιρωμένο, δικαιολογεί μια κάποια αμηχανία. Με αυτό τον απότομο τρόπο, οι σκέψεις ολόκληρης της εφηβικής του ηλικίας διακόπηκαν βίαια. «Ναι, μια χαρά είμαι», αποκρίθηκε, «μπορώ να φύγω;». Ο αστυνομικός τον κοίταξε δύσπιστα σαν να μη τον πολύ-πίστευε και συμπλήρωσε μετά από λίγα δευτερόλεπτα, «Βεβαίως, απλά συμπληρώστε πρώτα αυτή τη φόρμα επικοινωνίας, ώστε να μπορούμε να σας βρούμε εάν το θελήσουμε». Σε λίγα λεπτά ήταν έξω από το τμήμα. Δεν είχε ιδέα τι να κάνει, μα η απορία του που μπορεί να είναι ο Πέτρος τον βάρυνε ακόμη αφάνταστα. Το τηλέφωνο που τον είχε καλέσει τελικά δεν ήταν του Πέτρου, αλλά ενός αγνώστου, και αυτός που του μίλησε σύντομα και κοπτά δεν ήταν ο Πέτρος, αλλά ο ίδιος προσφάτως δολοφονημένος άγνωστος. Δεν είχε ιδέα αν μπορούσε και ήθελε να διαχειριστεί ένα τέτοιο όγκο μυστηρίου και πληροφοριών. Η μόνη έξυπνη ιδέα που του ήρθε μεμιάς στο μυαλό ήταν να πάρει τον Πέτρο στον αριθμό που είχε και ο ίδιος στη διάθεση του.

Πατώντας το τηλέφωνο στη μνήμη, αναλογίστηκε για μια ακόμη φορά πως θα ήταν να είχε συμβιβαστεί με την ιδέα μιας συντηρητικής συμβίωσης, με τη νευρωτική Μαίρη και τη κόρη του. Η ασφάλεια είναι το πιο επικίνδυνο ναρκωτικό, σε βαλτώνει στη συνήθεια, ενώ παράλληλα σε σώζει από τη φρενήρη αστάθεια της αβεβαιότητας. Σάμπως όλοι οι άνθρωποι δεν ψάχνουν ένα ταίρι, αυτή την αποθέωση του δυικής φιλοσοφίας που μας έχει εμποτιστεί από τα παραμύθια και τη θρησκεία. Κι ακόμα όταν τα πράγματα δεν έρχονται όπως ακριβώς τα οραματιζόμασταν, τότε βλογάμε τα γένια μας προς χάριν της συνήθειας, πείθουμε τους εαυτούς μας ότι κάτι μας δένει, αποποιούμαστε κάθε φαντασίωση και πάθος στο βωμό της ιερής και σεπτής οικογένειας, για να φτάσουμε κάποια στιγμή σε μια ηλικία, πολλοί η αλήθεια είναι ότι δεν θα τη φτάσουν και ποτέ, που θα κάνουμε την επανάσταση μας κλαίγοντας για μια ζωή που έπρεπε να ζήσουμε και δεν το κάναμε. Στον τέταρτο χτύπο, ο ήχος του τηλεφωνητή έκανε το Φίλιππο για μια ακόμη φορά να προσγειωθεί στη πραγματικότητα, με τη φωνή του Πέτρου χαρωπή να επισημαίνει ότι, «Προφανώς δεν μπορώ να σας μιλήσω. Αν για οποιοδήποτε λόγο έχετε καημό να με βρείτε στείλτε sms ή αφήστε ένα μήνυμα μετά τον ήχο. Δεν ορκίζομαι ότι θα σας πάρω πίσω. Με αγάπη Νίκος».

Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από τα να νιώθεις τον κόσμο να καταρρέει γύρω σου. Αν η δομημένη μας πραγματικότητα, εκείνη που κατασκευάζουμε με την αντίληψη μας, αποδεικνύεται ένα μεγάλο παραμύθι, τότε οδεύουμε προς τη κατάρρευση τελικά και του ίδιου μας του εαυτού. Να τώρα που ο Φίλιππος, ο οποίος περίμενε να περάσει ένα ρομαντικό τριήμερο με τον άνθρωπο που είχε επιλέξει δίπλα του, να βρίσκεται να αναγνωρίζει άγνωστα πτώματα στην επαρχία, να λαμβάνει ανεξήγητα τηλεφωνήματα και να ανακαλύπτει ότι ο παράνομος ερωτάς του έχει άλλο όνομα. Δεν είχε ιδέα τι άλλο μπορεί να τον περίμενε.

Η ψύχρα στην ατμόσφαιρα ήταν πιο έντονη από ποτέ. Ειλικρινά είχε μετανιώσει που δεν είχε πάρει μαζί του μια ζακέτα ή κάτι τελοσπάντων και είχε μείνει με το κοντομάνικό. Τα δέντρα κουνιόντουσαν με τη φορά του ανέμου και ο σκούρος και συννεφιασμένος ουρανός λες και ήταν έτοιμος να αρχίσει πάλι να ρίχνει καρέκλες. Το βρεγμένο χώμα, η αγαπημένη μυρωδιά του Φιλίππου, συμπλήρωνε ένα σκηνικό που μόνο για μυστήριο δεν συνηγορούσε. Τελικά, η δόνηση στη τσέπη του τζην έκανε τον Φίλιππο να πεταχτεί από τη τρομάρα του.

- Πέτρο εσύ είσαι;

- Ναι.

- Είσαι καλά;

- Ας τα λέμε. Μπορείς να περάσεις από το σπίτι μου.

- Σε πήρα πριν λίγο τηλέφωνο και βγήκε τηλεφωνητής. Είχες ποτέ τηλεφωνητή;

- Δεν είναι η ώρα να σου εξηγήσω. Μπορείς να περάσεις από το σπίτι;

- Τουλάχιστον σε λένε Πέτρο;

- Δεν λέγονται αυτά από το τηλέφωνο. Έλα σε παρακαλώ!

- Δεν είμαι δίπλα … σε περίμενα στη καλύβα … η αστυνομία βρήκε ένα πτώμα.

- Σε παρακαλώ έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς…

Όταν κλείνει ένα τηλέφωνο απότομα, πολλά συναισθήματα μπορούν να σε κατακλύσουν: αγωνία, χαρά, λύπη, οργή, απορία ή ακόμα και θυμός. Ειλικρινά, αν ρωτούσε κανείς τον Φίλιππο τι ακριβώς ένιωθε αυτή τη στιγμή, δεν μπορούσε να δώσει απάντηση ούτε για τα πλούτη όλου του κόσμου, τόσο απροσδιόριστο ήταν το συναίσθημα. Περιθώρια επιλογής, βέβαια, δεν είχε και το μόνο που έστεκε ως επιτεταμένη λύση ήταν να συναντηθεί με τον Πέτρο και να ζητήσει επίμονα εξηγήσεις, ακόμη κι αν ο ίδιος αρνούταν να τις δώσει.

Η ώρα όταν μπήκε στο αμάξι του ήταν δώδεκα και μισή, η ημέρα ξημέρωνε Σάββατο και θα ήταν μάλλον το πιο περίπλοκο Σάββατο ολόκληρης της υπόλοιπής του ζωής.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Η Ιστορία των Δύο - Δεύτερο Μέρος

Βασάνιζε το μυαλό του μήπως και μπορέσει να θυμηθεί το πρόσωπο που εμφανίστηκε κάτω από το λευκό σεντόνι. Μάταια όμως. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα απολύτως. Ήταν σίγουρος ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχε δει τον άνθρωπο αυτόν. Λίγα λεπτά αργότερα, είχε πια σταματήσει να μακαρίζει την τύχη του που δεν ήταν ο Πέτρος στη θέση του πτώματος και είχε πάψει να αναρωτιέται γιατί ο φίλος του είχε αργήσει τόσο πολύ στο προκαθορισμένο ραντεβού τους, χωρίς μάλιστα να τον ειδοποιήσει πάρα μόνο με ένα σύντομο τηλεφώνημα που δεν εξηγούσε και πολλά…


Τώρα, καθόταν σε μια άβολη καρέκλα σε έναν στενό διάδρομο του Τμήματος και άκουγε το μπάτσο που του εξηγούσε ότι είχε βρεθεί μόνο το κινητό του θύματος και τίποτα άλλο. Έτσι κατάφεραν να εντοπίσουν τον Φίλιππο. Από ένα και μοναδικό στοιχείο: τον αριθμό του κινητού του στις εξερχόμενες κλήσεις της συσκευής αυτής. Μετά τη διασταύρωση του καλούμενου αριθμού, ο Φίλιππος συνειδητοποίησε βέβαια ότι ο άνθρωπος που κειτόταν τώρα νεκρός ήταν ο ίδιος που τον είχε πάρει τηλέφωνο λίγες ώρες πριν. Αυτό δεν μπόρεσε να το αρνηθεί. Εκείνο, όμως, που αρνήθηκε πεισματικά να καταθέσει ήταν τι ακριβώς του είπε το θύμα.

Ζήτησε να μείνει λίγο μόνος του να ηρεμήσει, να ξεθολώσει το μυαλό του απ’ όλα αυτά που συνέβησαν και από την εικόνα του μαχαιρωμένου στήθους του πτώματος. Έκλεισε τα μάτια του και όντως κατάφερε να μην το σκέφτεται, να μην το βλέπει το αποτρόπαιο αυτό θέαμα με τα εσωτερικά του μάτια. Είδε όμως τι συνέβη πριν από πέντε χρόνια ακριβώς., είδε πάλι τι τον ανάγκασε να τα βροντήξει όλα και να κάνει μια καινούρια αρχή στο μεταίχμιο των είκοσι πέντε του χρόνων. Με λίγα λόγια, έφερε στη μνήμη του την κουβέντα που είχε με το θύμα.


Εκείνο το βράδυ, η Μαίρη είχε πέσει νωρίς για ύπνο. Την βασάνιζαν έντονες ημικρανίες έλεγε και ήθελε να ξαπλώσει, όπως και έκανε αφού βεβαιώθηκε ότι η μικρή ήταν καλά σκεπασμένη στο διπλανό δωμάτιο. Ο Φίλιππος δε μπορούσε να κλείσει μάτι, στριφογυρνούσε στο κρεβάτι για ώρα, υπέφερε πραγματικά και ήταν τσαντισμένος που δε μπορούσε να εκτονωθεί κάπου. Άλλη μια μέρα σκληρής δουλειάς από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα και στο σπίτι η ίδια κατάσταση με τη Μαίρη να τον αγνοεί επιδεικτικά για τρίτο συνεχή μήνα. Με τίποτα δε μπορούσε να δικαιολογήσει τη στάση της. Το ήξερε ότι ήταν πολύ προσεκτικός και απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να τον έχει καταλάβει…


Τελικά, υπέκυψε στην απίστευτη καύλα του, σηκώθηκε από το κρεβάτι αθόρυβα και αφού έκλεισε σιγά την πόρτα της κρεβατοκάμαράς τους, οδηγήθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του σαλονιού τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε τον τελευταίο καιρό και ένιωθε ασφαλής με αυτά τα ωραία ηρεμιστικά χαπάκια που έπαιρνε η Μαιρούλα του για να λυτρωθεί από τους πονοκεφάλους της. Πόσο ευγνωμονούσε το γιατρό της αλήθεια! Γιάτρευε και τους δύο με μία μόνο συνταγή και χωρίς να το ξέρει μάλιστα. Μετά από λίγη ώρα κατάφερε να φτάσει στην κορύφωση λες και ήταν κανένα δεκαπεντάχρονο. Πόσο το απολάμβανε! Ήταν λες κι ο Αποστόλης ήταν εκεί ολοζώντανος, με σάρκα και οστά και του ικανοποιούσε κάθε του βίτσιο, κάθε του παρόρμηση. Ανάσταινε το νεκρό έφηβο στη στιγμή και έφερνε στο μυαλό του το γραμμωμένο του σώμα, τα μαύρα του μαλλιά, την σταρένια του επιδερμίδα ενώ οι παλινδρομικές κινήσεις του χεριού του τον βοηθούσαν να σωματοποιήσει το πάθος του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει έτσι στο παρελθόν όσο αυτές τις μοναχικές βραδιές στο μικρό του σαλόνι, που δεν ήταν βέβαια και τόσο μοναχικές, αφού η εικόνα του Αποστόλη ήταν εκεί πιο καθαρή από ποτέ, πιο διαυγής κι από τότε που πήγαιναν στο ίδιο σχολείο…

Τελειώνοντας τον κατέβαλε μια τρομερή υπνηλία, όπως συνέβαινε πάντα άλλωστε. Άπλωσε το ιδρωμένο του κορμί στον καναπέ και παραδόθηκε στο γαλήνιο ύπνο. Γαλήνιο;



- Σε θέλω, δεν το καταλαβαίνεις;

-

- Γιατί δεν μου απαντάς, ρε;

-

- Γιατί δε μιλάς, ρε Αποστόλη;

-

- Θέλω… θέλω να πηδηχτούμε εδώ και τώρα!

-

- Τι είναι αυτά που μου λες, μωρέ;

-

- Ααααα…

-

- Άσε με να σε…




- Φίλιππε;

- Εεε;

- Φίλιππε, ξύπνα!

- Μαίρη, τι κάνεις εδώ;

Η Ιστορία των Δύο...

Πάντα μου άρεσε να διαβάζω ή να μου αφηγούνται ιστορίες. Η υπερβολική δόση κάνει μάλλον κακό, όπως έχω παρατηρήσει ότι συμβαίνει και με τα περισσότερα πράγματα. Έτσι, αποφάσισα να γράψω κι εγώ μια δικιά μου και γι΄αυτό το λόγο ζήτησα και τη βοήθεια του Ζέρο, που έχει και μια σχετική πείρα το παλικάρι. Ήταν μια πρόκληση για μένα προσωπικά, μιας και δεν έχω ξαναγράψει κάτι δικό μου. Ελπίζω να το βρείτε καλό και να το απολαύσετε.

Καλή ανάγνωση λοιπόν!

Ακολουθεί το δικό μου (δεύτερο δηλαδή) κομμάτι της ιστορίας. Το πρώτο γράφτηκε από το φίλο Ζερο και θα το βρείτε αν πατήσετε πάνω στο ονοματάκι του! Φυσικά, πρέπει να το έχετε διαβάσει για να προχωρήσετε στα επόμενα!!